Η Τρέλα

Θυμάμαι ότι εκείνη την ώρα βρισκόμουνα σε έναν από τους σταθμούς, ακούγοντας από τα μεγάφωνα »Ο συρμός δυστυχώς θα αργήσει λόγο του ότι ένας άνθρωπος βούτηξε στις ράγες». Δεν με πτόησε η πληροφορία της αυτοκτονίας, ίσα ίσα είχα νεύρα, πολλά νεύρα γιατί θα αργούσα. Έτρεξα στις κυλιόμενες σκάλες, βγήκα έξω και άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Θα προτιμούσα να ακούω Jan Michel Jarre το Equinoxe και να φορούσα μόνο μια περούκα σαν αυτές του Λουδουβίκου του 16ου αλλά δεν είχα Jean michel Jarre στο κινητό και είναι αρκετά δύσκολο να κυκλοφορείς γυμνός στο δρόμο, μπορεί να σε περάσουν για τρελό, ακτιβιστή ή να νομίζουν πως είσαι επιδειξίας. Προσβολή της δημοσίας αιδούς άνετα. Τρέχω λοιπόν όπως πάντα με κανονικά ρούχα, γυαλιά ηλίου και έχω αργήσει. Ακούω λαικά ελληνικά. Άκη Πάνου ft Βίκυ Μοσχολιού, »Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα» βλέποντας δεξιά και αριστερά κόσμο, να πηγαίνουν όλοι στις δουλειές τους, άνετοι παρότι ζόμπι, ψύχραιμοι παρότι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Σκέφτομαι πως εγώ δεν είμαι σαν αυτή την μάζα, είμαι κάτι άλλο. Είμαι καλλιτέχνης. Με το που το σκέφτηκα αυτό, κάτι έγινε στον εγκέφαλο μου και τα έχασα, παραπάτησα και έπεσα πάνω σε σκατά. Δεν τα πάτησα, έπεσα πάνω τους με την κοιλιά. Ο κόσμος κοιτάει, γελάνε, γελάω και εγώ. Βγάζω την μπλούζα που βρωμάει και σκέφτομαι πόσο κάνει, πόσα είχα δώσει για αυτή την μπλούζα. Τίποτα, παμφτηνη. Θα μπορούσα να την δώσω στους φτωχούς αλλά έχει σκατά. Μου έρχεται αναγούλα. Την κάνω κουβάρι και την πετάω στα σκουπίδια. Τρέχω ημίγυμνος και λίγο ανανεομένος. Κάτι μου έκαναν αυτά τα σκατά, με φτιάξαν λίγο, με ανέβασαν, ήταν κάτι το απρόοπτο. Φτάνω στην πρόβα καθυστερημένος 36 λεπτά, ο σκηνοθέτης με κοιτάει απογοητευμένος. Του εξηγώ πως έλαβε χώρα μια αυτοκτονία εξού και ότι το μετρό κόλλησε, για αυτό δεν ήρθα στην ώρα μου. Με κοιτάει απογοητευμένος. Αρχίζει η πρόβα, 8 ώρες ή 5 δεν θυμάμαι. Να προσπαθεί κάτι ασυναρτησίες να τις κάνει πράξη, προσοχή παρακαλώ, να κάνει πράξη πράγματα που είναι αδύνατον να γίνουν. Αρχίζει και τρελένεται, ζούμε το δράμα του αγχωμένου σκηνοθέτη. Τον ρωτάμε πράματα για αυτά που μας βάζει να κάνουμε και δεν έχει ούτε μια απάντηση απλή. Απαντάει πάντα με ρητά και θεωρίες. Αρχίζει και διακρίνει σε μένα ένα είδος βαρεμάρας ή μπορεί να ήταν απέχθεια. Έρχεται προς το μέρος μου και μου λέει »γδύσου», του λέω »τι?», μου λέει »γδύσου». Ενώ πριν 2 ώρες ήμουν πρόθυμος να γδυθώ οικειοθελώς και να τρέχω γυμνός ανάμεσα στο πλήθος, τώρα με είχε πιάσει μια αποστρφή απέναντι στην νομιμότητα του καλλιτεχνικού γυμνού, ήταν κάτι που δεν ήθελα να κάνω, αφ’ενός γιατί δεν μου άρεσε ο τρόπος του, αφ’εταίρου γιατί έτσι. Ζητάω κάτι σαν απολογία, δηλαδή να εξηγήσω για ποιόν λόγο δεν θα ήθελα να το κάνω. Λέω κάποιες μπαρούφες, τις οποίες παραδόξως ακούνε όλοι με μεγάλη προσοχή. Ο σκηνοθέτης φανερά εκνευρισμένος με την ανταρσία και την ανυπακοή μου, κυρήσει μισάωρο διάλλειμα. Κλαίει μόνος σε μια γωνία καπνίζνοντας ένα τσιγάρο. Σίγουρα πιστεύει πως τον πούλησα, ότι δεν συμμερίζομαι το καλλιτεχνικό του όραμα. Οι συνάδελφοι μου -ηθοποιοί- μαζεύονται γύρω του και τον χαιδεύουν. Με κοιτάνε όλοι συγχρονισμένα με έντονο παραπονιάρικο βλέμμα. Εγώ τους χαμογελάω. Στη συνέχεια της πρόβας δεν ασχολήθηκαν μαζί μου, καθόμουνα σε μια θέση και κοίταζα. Φεύγοντας με βρίσκει ο σκηνοθέτης και μου λέει πως θα μπορούσε να με πάει στα δικαστήρια, καθώς είναι παράνομο να μην ακούς το σκηνοθέτη βάση συμβολαίου. Αλλά επείδη είναι καλός άνθρωπος μου έδωσε μια τελευταία ευκαιρία. »Θα ήθελα αύριο να είσαι συνεργάσιμος αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίσουμε». Εγώ απλώς τον κοιτούσα και έγνεφα »ναι». Έφυγε. Βάζω μουσική και περπατάω. Μυρίζω κάτι καλοκαιρινά λουλούδια στο δρόμο και με πιάνει τρέλα με εκείνη. Την σκέφτομαι γυμνή. Μπαίνω σπίτι και βλέπω στα νέα ότι ο άνθρωπος που αυτοκτόνησε σήμερα το πρωί ονομάζεται Τάκης Ψ. Ο Τάκης Ψ ήταν παλιός μου συμμαθητής. Σκέφτηκα να ψάξω άλλους παλιούς συμμαθητές να μάθω τι και πως αλλά  που να μπλέκεις. Θυμάμαι την μάνα του Τάκη. Σκέφτηκα πως αυτή θα τον κατέστρεψε. Ήταν ζώον. Είμαι σίγουρος πως αυτή φταίει για όλα. Προσπαθούσα να κλάψω μα δεν ήταν τίποτα πια για μένα ο παλιόφιλος ο Τάκης, παρόλο που μικροί είχαμε περάσει διάφορα. Τελικά όταν σκεφτόμουνα αυτά τα διάφορα, ένα δάκρυ άρχισε να κυλλάει. Δεν κοιμήθηκα καθόλου, σκεφτόμουνα τον Τάκη. Ξημέρωσε. Ξεκινάω για την πρόβα με τα πόδια και νωρίτερα, προς αποφυγήν οποιασδήποτε καθυστέρησης. Φοράω μια περούκα του Λουδοβίκου του 16ου και είμαι ολόγυμνός. Ακούω jean michel Jarre, ο κόσμος με κοιτάει και γελάει. Είμαι έτοιμος για πρόβα.