Στέλλα κοιμήσου – του Γιάννη Οικονομίδη

 

Το ”Στέλλα κοιμήσου” είναι η τελευταία ”σφαλιάρα” του Γιάννη Οικονομίδη.

Τώρα ποιος έφαγε τη σφαλιάρα δεν γνωρίζω. Εγώ σίγουρα όχι.

Για όσους δεν ξέρουν ποιος είναι ο κύριος Οικονομίδης, πρόκειται για Έλληνα σκηνοθέτη (κυρίως) του κινηματογράφου με 4 μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του. ”Σπιρτόκουτο”, ”Ψυχή στο στόμα”, ”Μαχαιροβγάλτης” και ”Μικρό ψάρι”. Εμένα η αγαπημένη μου ταινία του είναι το ”Σπιρτόκουτο” και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τις άλλες τρεις. Ίσως γιατί  μου άρεσε περισσότερο η εξέλιξη της υπόθεσης και βασικά ένιωσα πως έπιανε ένα απλό θέμα με πολύ πρωτόγνωρο και άμεσο τρόπο. Στο “Σπιρτόκουτο” οι χαρακτήρες εκφράζονται με μια παρανοϊκή λογοδιάρροια επαναλαμβανόμενων λέξεων ή φράσεων και είναι διαρκώς στην τσίτα. Αποθανατίζει μια μικρομεσαία ελληνική οικογένεια όπου το κάθε μέλος της ασφυκτιά, μη μπορώντας να αντέξει τους άλλους αλλά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, ζώντας όλοι μαζί σε ένα διαμέρισμα στον Κορυδαλλό (εάν θυμάμαι καλά την περιοχή). Πράγμα που ίσως δεν είχαμε ξαναδεί μέχρι τότε στην Ελληνική τέχνη παρά μόνο το ακούγαμε σε γείτονες μας ή το ζούσαμε στα σπίτια μας. Στο φινάλε ο πατέρας (Ερρίκος Λίτσης) έχοντας σχεδόν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια και την πίεση, βρίσκεται στο ντούζ και τραγουδάει ”Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη” ενώ ακουμπάει στον τοίχο του μπάνιου και τα νερά πέφτουν στο σώμα του.

Το σπιρτόκουτο είναι μια ταινία που κατά τη ταπεινή μου γνώμη πέρα από το ότι σηματοδοτεί μια νέα εποχή για το Ελληνικό σινεμά (και όποιος έχει αντίρρηση ας έρθει να το συζητήσουμε), είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κάποιον καλλιτέχνη του θεάτρου ή του κινηματογράφου να έχει πιάσει την ψυχασθένεια, την παράνοια και την γελοιότητα του σύγχρονου νεοέλληνα με τόσο σκληρό, αστείο, τραγελαφικό αλλά και αληθινό τρόπο. Γυρίστηκε το 2006, λίγα χρόνια πριν αυτή η παράνοια εισβάλει στις ζωές μας κανονικότατα μέσα από κανάλια ή διάφορους παρανοϊκούς τύπους που πλέον μας έχουν κάτσει στο λαιμό. Πια η ζωή στην Ελλάδα της κρίσης αποκάλυψε το αληθινό πρόσωπο του σύγχρονου Έλληνα και αυτό δεν είναι άλλο από μια τρομερή επιθυμία του να προσποιείται διαρκώς κάτι άλλο εκτός από αυτό που στα αλήθεια είναι.  Ένα πρόσωπο που κρύβει μέσα του το γνωστό σε όλους ”ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ;” Νομίζω πως ο πυρήνας της δουλειάς του Γ. Οικονομίδη έχει να κάνει πολύ με αυτό.

Οι επόμενες ταινίες του σίγουρα είχαν αυτό το στυλ όπως επίσης ήταν αρκετά βελτιωμένες σε τεχνικό επίπεδο (χρώμα, ήχος, παραγωγή κ.α.) αλλά κατά την γνώμη μου δεν ήταν τόσο δυνατές σαν εμπειρίες. Για παράδειγμα στην ”Ψυχή στο στόμα” μας έβγαλε την πίστη χωρίς όμως να με συναρπάσει τόσο, ενώ στο ‘‘Μικρό ψάρι” είχε σίγουρα θέμα το σενάριο και η εξέλιξη της ιστορίας. Ο ”Μαχαιροβγάλτης” ίσως ήταν η δεύτερη καλύτερη ταινία του μετά το ”Σπιρτόκουτο” αλλά θα γράψω μια άλλη φορά για τις υπόλοιπες. Σίγουρα όλες είχανε δυνατές στιγμές και πράγματα που μου άρεσαν πολύ αλλά το ”Σπιρτόκουτο” ήταν καθαρό χρυσάφι.

Για να μην τα πολυλογώ, φτάνουμε στο 2016, 10 χρόνια μετά το ”Σπιρτόκουτο” και ο Οικονομίδης διασκευάζει μαζί με τον Βαγγέλη Μουρίκη (ηθοποιό και πρωταγωνιστή προηγούμενων ταινιών του) το έργο του Γρηγόρη Ξενόπουλου Στέλλα Βιολάντη” γραμμένο παρακαλώ το 1909 (110 χρόνια πριν) που αφορά τη κόντρα μιας κόρης με τον πατέρα της, ο οποίος θέλει να της επιβάλει τον δικό του τρόπο σκέψης και να την πατρονάρει.  Ένας αυταρχικός πάτερ-φαμίλιας που εξαναγκάζει την κόρη του να παντρευτεί αυτόν που θέλει ο ίδιος για γαμπρό και όχι αυτόν με τον οποίο είναι ερωτευμένη εκείνη.

Το ”Στέλλα κοιμήσου” λοιπόν είναι διασκευή του παλιού Ελληνικού έργου και σηματοδοτεί την δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του Γ. Οικονομίδη στο θέατρο, καθώς είχε σκηνοθετήσει και το ”Σπιρτόκουτο” στο παρελθόν. Το τρελό είναι ότι δεν υπήρχε ακριβές κείμενο και οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζανε. Αυτό ήταν πολύ καλό γιατί τους ελευθέρωνε από αυτό το ψέμα που πολλές φορές υπάρχει στο θέατρο και περιμένει ο ένας να πει ατάκα και ο άλλος να απαντήσει και ταυτόχρονα πετύχαινε αυτό το χαρακτηριστικό πλέον στοιχείο που υπάρχει στους διαλόγους του, να μιλάει ο ένας πάνω στον άλλον χωρίς κανένα ίχνος ευγένειας ή πολιτισμού. Χαρακτηριστικό επίσης των πολιτικών ή των γηπεδικών συζητήσεων που βλέπουμε στα κανάλια. Μπινελίκια, βρισιές, λεκτική, σωματική και ψυχολογική βία, μίσος, οργή και μπόλικη ψυχασθένεια συνθέτουν τις σχέσεις των χαρακτήρων.

Θα τολμήσω να πω πως αν μιλάμε για σύγχρονο θέατρο και πιο συγκεκριμένα για ψυχολογικό θέατρο, αυτό ναι ήταν πολύ πετυχημένο προς αυτή την κατεύθυνση και είχε και το Ελληνικό στοιχείο, πράγμα που λείπει από άλλες παραστάσεις οι οποίες καταλήγουν πολύ βαρετές ή τέλος πάντως αυτονόητες και προβλέψιμες. Δεν ένιωθες ότι έβλεπες ρόλους αλλά σε έψηνε πως πραγματικά είσαι στο σπίτι ενός νεόπλουτου Ελληνάρα και γίνεται της πουτάνας. Οι ηθοποιοί ας πούμε ήταν όλοι μαζί μέσα σε αυτό και ευτυχώς δεν σου βγαίνει να πεις φεύγοντας ότι η τάδε μου άρεσε ενώ ο άλλος όχι, ήταν όλοι μαζί μια δυνατή ομάδα και αυτό φυσικά το πιστώνεται ο σκηνοθέτης. Μπράβο σε όλους.

Σίγουρα η επιβλητική παρουσία του Στάθη Σταμουλακάτου στον ρόλο του πατέρα ήταν απολαυστική καθότι έριξε και τις φάπες του, ήπιε και τα ουισκάκια του, έβγαλε και το πιστολάκι του και πραγματικά ερμήνευσε τον νεόπλουτο Έλληνα μαφιόζο μαθημένο στην κατάχρηση εξουσίας όπως τον έχουμε μάθει μέσα από τη ζωή, με τα μπινελίκια του, την αντρίλα του και την μαγκιά του. Ένας απολίτιστος κάφρος που εξαναγκάζει την κόρη του να παντρευτεί με το ”έτσι θέλω” τον γιό ενός πολιτικού, προκειμένου να αποκτήσει όνομα, μιας και ο ίδιος παρότι πλούσιος πλέον, κατάγεται από κάτι γιδοχώρια της επαρχίας και δεν είναι κάποιο σημαντικό “όνομα”.  Το κόμπλεξ του νεοέλληνα στα χειρότερα του. Ένα γουρούνι που ενώ βγάζει λεφτά από βρομοδουλειές, νιώθει κατώτερος και προκειμένου να ανέλθει κοινωνικά θυσιάζει και εξαναγκάζει την κόρη του να παντρευτεί κάποιον που η ίδια δεν θέλει, μόνο για το όνομα και την φήμη του. Κοινώς νταβατζιλίκι.

Η Ιωάννα Κολλιοπούλου ως Στέλλα, η μεγάλη κόρη και το θύμα της υπόθεσης δεν θέλει αυτό τον γάμο, τραβάει αρκετά ζόρια και ενώ η καημενούλα προσπαθεί να βρει κάποιον μέσα στην οικογένεια να την στηρίξει, καταλαβαίνει μαζί με τον θεατή πως σε αυτή την οικογένεια κουμάντο κάνει το χρήμα και αυτός που το φέρνει σπίτι και σίγουρα πως η προσωπική ελευθερία ή ακόμα και η έννοια της αγάπης έχουν πετάξει μακριά από αυτό το σπίτι. Η ίδια της η αδερφή (Έλλη Τρίγγου), είναι το μεγαλύτερο ρουφιανάκι και αρχητσιράκι του πάτερ-φαμίλια και αντί να στηρίξει την αδελφούλα της, την προτρέπει να κάνει αυτό το γάμο και να το δει σαν μπίζνα, τύπου ”παντρέψου τον να χαρεί ο μπαμπάς και μετά γαμιέσαι με όποιον θες”. Ο Γιάννης Νιάρρος, στον ρόλο του γιου της οικογένειας, είναι ένας πουθενάς που μάλλον δεν κάνει τίποτα άλλο από το να τρώει τα λεφτά του μπαμπά και να γράφει ηλεκτρονική μουσική, βασικά κάτι μπλιμπλικιά πατάει σε έναν υπολογιστή και τα ξύνει.  Σε κάτι φάσεις προτρέπει την Στέλλα να κάνει αυτό που θέλει αλλά όταν έρχεται ο μπαμπάς στο σπίτι το βουλώνει.

Η Μάνα (Καλλιρρόη Μυριαγκού) είναι μια ανύπαρκτη μπεκρού που δεν είμαι σίγουρος εάν μίλησε ποτέ, νομίζω απλώς έβγαζε κάτι περίεργες κραυγές και τρέκλιζε. Πραγματικά όμως ήταν απολαυστικότατη  στην ερμηνεία της. Ντυμένη φοβερά με μια μοβ καμπάνα και κάτι γυαλιά περίεργα λες και μόλις γύρισε από psychedelic party από το umatic ή το πεδίον του Άρεως.  Ενώ η θεία Βάσω και ο θείος Τάκης ( Μάγια Κώνστα, Αντώνης Ιορδάνου) αποτελούν ένα παρασιτικό ντουέτο πάρα πολύ αστείο που διαρκώς προσπαθούν να επιβάλουν την τάξη και να σιγουρευτούν πως δεν θα χάσουν την εύνοια του μπαμπά, μιας και από ότι φαίνεται ακόμα και αυτοί ζουν από εκείνον. Τι και αν τους ζητάει η Στέλλα να πείσουν τον μπαμπά να μην πάρει για σύζυγο έναν άνθρωπο που εκείνη δεν θέλει, αυτοί τον χαβά τους. Μέχρι και ξύλο της δίνουν. Τέλος ο καημένος ο Γιάννης Μυλωνάς, στο ρόλο του Μάριου Αγγελή, είναι το αγόρι που η Στέλλα πραγματικά αγαπάει και θέλει να είναι μαζί του, είναι ένας ηθοποιός που παίζει σε Ελληνικά σίριαλ και έχουν φέρει οι μπράβοι του μπαμπά στο σπίτι. Ενώ η Στέλλα προσπαθεί να τον καθησυχάσει ότι όλα είναι καλά, αυτός ζει όλη την παράνοια αυτής της οικογένειας ως ένας ξένος. Όταν φτάνει ο μπαμπάς ενώ στην αρχή τον κερνάει ποτάκια, φτάνει η στιγμή που τον αρχίζει στις φάπες και τον απειλεί πως θα τον σκοτώσει. Φεύγει τρέχοντας να γλιτώσει για τη ζωή του.

Τι να λέμε τώρα; Οικονομίδης στα καλύτερα του, κατά τη γνώμη μου από τις καλύτερες δουλειές του και υποτίθεται πως δεν κάνει θέατρο αλλά είναι σκηνοθέτης του σινεμά. Δικαίως η παράστασή παίζεται για τρίτη σεζόν και είναι συνέχεια sold out. Μακάρι να πάνε να το δούνε και άτομα που βαριούνται γενικά το θέατρο, γιατί είναι πολύ ζωντανή παράσταση και διαφορετική. Πολύ άμεση και πολύ γνήσια δουλειά. Συγχαρητήρια σε όλους και ειδικά στον σκηνοθέτη.

Είναι διάφοροι που λένε πως έχουν βία, βρισιές και κυνικότητα τα έργα του. Ή πως είναι υπερβολικό όλο αυτό ή πως δεν τον αντέχουν. Μπορεί και να ισχύει. Μπορεί να είναι όλα στα κόκκινα. Εγώ σε αυτόν τον δημιουργό διακρίνω ένα πάθος να συγκρουστεί με τον σύγχρονο Έλληνα και τις συνήθειες του, χωρίς όμως να τον κατακρίνει εξολοκλήρου, πιστεύω πως τους αγαπάει και τους μισεί ταυτόχρονα αυτούς τους χαρακτήρες κάτι που μου συμβαίνει και εμένα. Μου αρέσουν, γελάω μαζί τους αλλά ακόμα και όταν τους συναντάω στη ζωή μου, είμαι ανάμεσα στο να τους γουστάρω ή να τους σιχαθώ. Χωρίς πάντα να τους κατανοώ και χωρίς να ταυτίζομαι με τους ρόλους ή να θεωρώ πως η ζωή μου είναι σαν τις ταινίες του, πολλές φορές διακρίνω και σε μένα αυτή την νεοελληνική φασίζουσα παράνοια, ειδικά όταν τσακώνομαι ή λογομαχώ ή προσπαθώ για κάτι και κάποιος με τρελαίνει ή μου πάει κόντρα. Αισθάνομαι ότι έχει βρει έναν τρόπο να καθρεφτίζει ένα κομμάτι του Έλληνα στα έργα του και για αυτό τον θεωρώ σημαντικό. Η Τέχνη εκτός από διασκέδαση πρέπει να είναι και καθρέφτης της κοινωνίας. Έχει μια αλήθεια αυτό που κάνει και σίγουρα είναι αυθεντικό. Πολλοί πήγαν να τον αντιγράψουν αλλά δεν είναι εύκολο, όπως επίσης και με τον Λάνθιμο συνέβη αυτό.  Εμένα μου φαίνονται αστεία όλα αυτά, δεν με κομπλάρει, μου αρέσει που επιμένει να χτυπάει το χταπόδι στο βράχο. Ταυτόχρονα όμως είναι λυπηρό το γεγονός ότι είμαστε μια τρομερά ανώριμη κοινωνία με βαθειά κόμπλεξ κατωτερότητας τα οποία μας κάνουν να ζούμε μέσα σε ψευδαισθήσεις. Νομίζω πως με κάτι τέτοιο ασχολείται ο ποιητής και σίγουρα το ”Στέλλα κοιμήσου” είναι μια από της καλύτερες και πιο χαρακτηριστικές του στιγμές.